ΦΟΡΕΣΙΑ ΣΤΕΦΑΝΟΒΙΚΕΙΟΥ

ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΕΣ ΦΟΡΕΣΙΕΣ ΣΤΕΦΑΝΟΒΙΚΕΙΟΥ

επιμέλεια κειμένου Στάθης Μανούσιος (Κ.Φ.Α., Δάσκαλος Παραδοσιακών Χορών)
(Φορέθηκαν στις τελευταίες δεκαετίες του 19ου αιώνα έως τις πρώτες του 20ου)


1. ΦΟΡΕΣΙΑ ΓΥΝΑΙΚΩΝ

1.1   ΝΥΦΙΚΗ ΦΟΡΕΣΙΑ   "ΤΑ ΤΣΙΠΟΥΝΙΑ"

   Βαμβακερό μπλε υφαντό Πουκάμισο με πολύχρωμο κεντητό ποδόγυρο φοριόταν εσωτερικά. Στη συνέχεια, κατά σειρά, έμπαινε το κοντό Γιλέκο με τα κεντητά μανίκια «Γλώσσες«, το Τσιπούνι από μεταξωτό ή βαμβακομέταξο ύφασμα με μανίκια που γύριζαν «Καπακλίδικα», η μεταξωτή Ποδιά που έδενε στη μέση, το ασημοζούναρο με τη νυφική πόρπη και ο αμάνικος Κατηφές (βελούδινο πανωφόρι) με τα περίτεχνα κεντητά σχηματοποιημένα μοτίβα. Στο μέτωπο η νύφη φορούσε ένα στολίδι , το Καφάσι με τα νομίσματα, και πίσω από το κεφάλι τις Ασημόκοσες. Μια μεταξωτή μωβ Μαντήλα με κρόσσια, που τύλιγε γύρω από το λαιμό, κάλυπτε το κεφάλι και έδενε πάνω σε αυτό. Στα πόδια φοριόταν άσπρες κάλτσες και τα καφέ η μαύρα παπούτσια με το υφασμάτινο στολίδι τους. Η Συρματερή καρφίτσα, τα διπλά Κιουστέκια, το Χαϊμαλί, ο Ασημοσουγιάς, οι Παράδες, το δαχτυλίδι, το βραχιόλι και τα σκουλαρίκια είναι τα κοσμήματα που συμπλήρωναν τη φορεσιά της νύφης .



1.2.  ΕΟΡΤΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ

    Η γιορτινή φορεσιά των κοριτσιών στην εφηβεία και πριν το γάμο τους ήταν εκείνη του «Καθημερινού» τύπου , ραμμένη όμως με ακριβότερα υφάσματα και έχοντας πλουσιότερα κεντήματα έναντι της καθημερινής, η περιγραφή της οποίας ακολουθεί. Η παντρεμένη νεαρή γυναίκα, τα πρώτα χρόνια του γάμου και σε περιστάσεις που χρειαζόταν, όπως για παράδειγμα στον εκκλησιασμό, φορούσε τη νυφική φορεσιά. Μετά τον γάμο δεν φοριόταν ποτέ το Καφάσι και οι Κόσες , τα στολίδια δηλαδή της κεφαλής, όπως και ο Κατηφές, ο οποίος καθότι ακριβό ρούχο, υπήρχε μόνον σε λίγα πλούσια σπίτια και οι φτωχές νύφες τον δανείζονταν. Όλα τα εναπομείναντα στοιχεία της νυφικής, αποτελούν τον «Νυφικό τύπο» γιορτινής φορεσιάς . Η οικονομική κατάσταση της οικογένειάς της είναι μάλλον ο καθοριστικός παράγων στην επιλογή του τύπου γιορτινής φορεσιάς, αλλά και του πλήθους αυτών στη συνέχεια της ζωής της. Φωτογραφίες της περιόδου αυτής πιστοποιούν την επιλογή και των δυο τύπων, «καθημερινού» και «νυφικού» με διακυμάνσεις.



1.3.  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ

     Η Καθημερινή φορεσιά ήταν αρκετά πιο απλή από την Νυφική, διατηρούσε όμως σε γενικές γραμμές την ίδια λογική σειρά και τεχνοτροπία. Κατάσαρκα φοριόταν ένα άσπρο κοντομάνικο , μη διακριτό, Πουκάμισο από ύφασμα κάμποτο, για εσώρουχο. Πάνω από το εσώρουχο έμπαινε το μπλε εξωτερικό Πουκάμισο, ραμμένο με το ίδιο βαμβακερό υφαντό αλλά με αρκετά φτωχότερο κέντημα σε σχέση με το νυφικό. Το Τσιπούνι από ριγωτό βαμβακερό ύφασμα (αλατζά), φοριόταν πάνω από το πουκάμισο. Τα μανίκια του δεν γύριζαν «καπακλίδικα», αλλά κατέληγαν σε γλώσσες, με εσωτερική επένδυση από βελούδο ή τσίτι, χωρίς κέντημα. Πάνω στο Τσιπούνι δενόταν η απλή καθημερινή Ποδιά ή η καρό ποδιά «Πιστιμάλι» και στη μέση η υφασμάτινη Ζώνη. Ένα άσπρο Μαντήλι επίσης εσυγκρατείτο πάνω στη ζώνη . Το τελευταίο ρούχο, μάλλινο για τον χειμώνα, αποτελούσε η Γουνέλα. Ήταν και αυτή αμάνικη σαν τον Κατηφέ, μακριά , ριχτή και δεν κούμπωνε. Άσπρες κάλτσες μάλλινες πλεκτές, τα Τσιρέπια , φορούσαν στα πόδια και στη θέση των παπουτσιών τα Πασούμια, καφέ ή μαύρου χρώματος, με φούντα μαύρη εμπρός και πατημένα στη φτέρνα. Ο Μπουρμάς (γάζα στριφτή) εσωτερικά και η Σαλαμέντρα (σταμπωτή Μαντήλα) εξωτερικά, ήταν τα βασικά εξαρτήματα του κεφαλόδεσμου. Συναντούμε όμως και τον Κούκο, ως αντικαταστάτη του Μπουρμά κατ᾿ επιλογήν. Μαύρος στο χρώμα (και πιο πρακτικός οπωσδήποτε) κάλυπτε όπως ο μπουρμάς ένα τμήμα του μετώπου.


1.4.   Η ΦΟΡΕΣΙΑ ΤΗΣ ΧΗΡΑΣ


     Η φορεσιά της χήρας ήταν η καθημερινή της φορεσιά σε μαύρο όμως χρώμα για όλα τα εξαρτήματά της, εκτός από τις κάλτσες της και το μαντήλι που κρεμόταν στη ζώνη της μέσης, που ήταν άσπρου χρώματος.

  

ΦΟΡΕΣΙΑ ΑΝΔΡΩΝ  "ΟΙ ΒΡΑΚΕΣ"



    Η επίσημη φορεσιά (του γαμπρού ή εορτινή) και η καθημερινή,   ήταν όμοιες ως προς το είδος των επιμέρους εξαρτημάτων τους, διέφεραν όμως στην ποιότητα των υφασμάτων, στην λεπτομέρεια κατασκευής (διάκοσμο) και στο χρώμα σε κάποια από αυτά. Από τη βράκα ( το φαρδύ παντελόνι) πήραν το όνομά τους οι δυο ενδυμασίες, και σε τοπικό επίπεδο με την καθιερωμένη πια ονομασία «οι βράκες» γίνεται αναφορά από τους κατοίκους στο σύνολο της κάθε φορεσιάς.

2.1.   ΕΟΡΤΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ


    Άσπρο πουκάμισο από χασέ ύφασμα με «παπαδίστικο» γιακά φοριόταν στην επίσημη ενδυμασία. Μετά το πουκάμισο έμπαινε η Βράκα (είδος φαρδιού παντελονιού). Μάλλινο αρχικά το ύφασμα της γιορτινής, μαύρου χρώματος και αργότερα τσόχινο, με το μήκος της να καταλήγει δέκα εκατοστά περίπου πάνω από τον αστράγαλο του ποδιού. Μαύρο μεταξωτό ζωνάρι με ενυφασμένο διάκοσμο, συγκρατούσε τη Βράκα. Μετά το ζωνάρι, φοριόταν το Τσιαμαντάνι, ένα κοντό αμάνικο σταυρωτό γιλέκο με πλούσιο κεντητό διάκοσμο, φτιαγμένο από βελούδο ύφασμα το ακριβότερο ή μάλλινο σε χρώμα γαλάζιο σκούρο ή μαύρο. Ένα δεύτερο μανικωτό μάλλινο η τσόχινο γιλέκο, η Τσιάκα, απλή χωρίς κουμπιά και διάκοσμο, φοριόταν πάνω από το Τσιαμαντάνι. Τον χειμώνα έμπαινε για πανωφόρι η μάλλινη Κάπα. Δεν κούμπωνε, δεν είχε κουκούλα ενώ το μεγάλο μήκος της και οι πλατιοί γιακάδες ήταν τα χαρακτηριστικά της. Στο κεφάλι φοριόταν μάλλινος Κούκος   και στα πόδια μαύρα ίσια παπούτσια χωρίς κορδόνια.


2.2.  ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ ΦΟΡΕΣΙΑ


     Γκρι ριγωτό βαμβακερό Πουκάμισο , ίδιας κατασκευής με το γιορτινό, φοριόταν στην καθημερινή ενδυμασία. Η Βράκα δεν διέφερε από τη γιορτινή στον τρόπο κατασκευής της ούτε και στα υφάσματα. Για το καλοκαίρι υπήρχε όμως και η πιο κοντή βράκα που έφθανε κάτω από το γόνατο. Ήταν μαύρου χρώματος για τους γεροντότερους και γαλάζια για τους νέους. Η γαλάζια βράκα ονομαζόταν Γαλαζοβράκι. Μαύρες κάλτσες (Τσιρέπια) φοριόταν με την κοντή μαύρη Βράκα και άσπρες με τη γαλάζια. Το Ζωνάρι που συγκρατούσε τη βράκα ήταν βαμβακερό ή μάλλινο χωρίς διάκοσμο.Το καθημερινό Τσιαμαντάνι ήταν μάλλινο η τσόχινο, κούμπωνε προς μια μόνο πλευρά και δεν είχε κεντητό διάκοσμο. Ίδιας κατασκευής με τη γιορτινή ήταν και η καθημερινή Τσιάκα , όπως και η Κάπα. Στο κεφάλι φοριόταν ο Κούκος ή πλεκτό μαύρο Φέσι και στα πόδια μαύρα Παπούτσια αλλά και «γουρουνοτσάρουχα» για τις αγροτικές ή άλλες εργασίες.